ἑτεροειδής

ἑτερο-ειδής, ές,
A of another kind, Arist. HA508b11, f.l. in Placit.2.30.5; of diverse kinds, Ph.Fr.29 H.
2 having the form of diversity, Dam.Pr.303; opp. ταυτοειδής, ib.340. Adv. -δῶς ib.55.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑτεροειδής — of another kind masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετεροειδής — ές (ΑΜ ἑτεροειδής, ές) 1. αυτός που ανήκει σε άλλο είδος 2. αυτός που έχει διαφορετική μορφή, ο ανομοιόμορφος (νεολλ.) βοτ. λέγεται για μέρη τα οποία, στο ίδιο άτομο, παρουσιάζουν διάφορες μορφές. [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * + ειδής (< είδος), πρβλ …   Dictionary of Greek

  • ἑτεροειδῆ — ἑτεροειδής of another kind neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἑτεροειδής of another kind masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἑτεροειδής of another kind masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροειδεῖ — ἑτεροειδής of another kind masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἑτεροειδής of another kind masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροειδεῖς — ἑτεροειδής of another kind masc/fem acc pl ἑτεροειδής of another kind masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροειδές — ἑτεροειδής of another kind masc/fem voc sg ἑτεροειδής of another kind neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροειδοῦς — ἑτεροειδής of another kind masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροειδέσι — ἑτεροειδής of another kind masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροειδέσιν — ἑτεροειδής of another kind masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροειδῶν — ἑτεροειδής of another kind masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροειδῶς — ἑτεροειδής of another kind adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.